μελοθεσία

μελοθεσία
μελοθεσίᾱ , μελοθεσία
assignment of parts of the body to the tutelage of signs
fem nom/voc/acc dual
μελοθεσίᾱ , μελοθεσία
assignment of parts of the body to the tutelage of signs
fem nom/voc sg (attic doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • μελοθεσία — μελοθεσία, ἡ (Α) 1. η θέση τών μελών τού ανθρώπου σε σχέση με τα ζώδια και τους αστέρες 2. (για την οικουμένη) η θέση τών μερών της στην αρχή τών πραγμάτων 3. η σωματική ανάπτυξη. [ΕΤΥΜΟΛ. < μέλος + θεσία (< θέτης), πρβλ. αστρο θεσία, χωρο… …   Dictionary of Greek

  • μελοθεσίαν — μελοθεσίᾱν , μελοθεσία assignment of parts of the body to the tutelage of signs fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μέλος — το (ΑM μέλος) 1. εξάρτημα τού κορμού ανθρώπου ή ζώου, που έχει διάταξη κατά ζεύγη και χρησιμεύει για τη μετακίνηση ή σύλληψη, αλλ. άκρο («κρεοκοποῡσι δυστήνων μέλη», Αισχύλ.) 2. καθένα από τα άτομα μιας ομάδας ή ενός συνόλου («τα μέλη τού… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”